Προσέλκυση επενδύσεων & κρατικοί πόροι σε φορολογικά μέτρα – T-724/22

Neottolemo/Επιτροπή – Ένα καθεστώς φοροαπαλλαγών λογίζεται ότι χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους, ήτοι την απώλεια των αντίστοιχων φορολογικών εσόδων του κράτους, ακόμη και εάν οι επιχειρήσεις που επωφελούνται από αυτό δεν θα είχαν ούτως ή άλλως κίνητρο να εγκατασταθούν στο εν λόγω κράτος για φορολογικούς σκοπούς, εάν δεν υπήρχε το επίμαχο καθεστώς

Το καθεστώς της Ελεύθερης Ζώνης της Μαδέρα (ΕΖΜ) στην Πορτογαλία περιελάμβανε διάφορα φορολογικά πλεονεκτήματα που χορηγούνταν σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν εντός αυτής. Το καθεστώς είχε εγκριθεί επανειλημμένα από την Επιτροπή, υπό διάφορες μορφές από το 1987 έως το 2013. Το 2015, η Επιτροπή διαπίστωσε την πιθανότητα μη ορθής εφαρμογής του καθεστώτος βάσει των όρων που περιείχαν οι εγκριτικές της αποφάσεις και αποφάσισε να παρακολουθήσει την εφαρμογή του από τις πορτογαλικές αρχές. Εν τέλει, το 2018 η Επιτροπή κίνησε επίσημη διαδικασία έρευνας, συνεπεία της οποίας εκδόθηκε η απόφαση SA.21259/2020. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή έκρινε ότι το επίμαχο καθεστώς, με τον τρόπο που είχε εφαρμοστεί από τις πορτογαλικές αρχές, παραβίαζε τις εγκριτικές αποφάσεις της και, άρα, ήταν εν μέρει παράνομο και μη συμβατό με την εσωτερική αγορά. Η απόφαση αυτή βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι ο τρόπος εφαρμογής του καθεστώτος επέτρεπε να υπάγονται στις επίμαχες φορολογικές διευκολύνσεις και οι δραστηριότητες που οι εγκατεστημένες στη Μαδέρα επιχειρήσεις πραγματοποιούσαν εκτός της Μαδέρα, ενώ παράλληλα οι πορτογαλικές αρχές δεν είχαν υπολογίσει ορθά τον αριθμό των θέσεων εργασίας που δημιουργούσε το καθεστώς στη Μαδέρα. Στη βάση αυτή, διέταξε την Πορτογαλία να ανακτήσει ένα μεγάλο μέρος των χορηγούμενων ενισχύσεων. Το ζήτημα έχει απασχολήσει το ΓεΔΕΕ και το ΔΕΕ σε διάφορες υποθέσεις. Η παρούσα απόφαση αφορά την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η Neottolemo Lda και άλλες δύο εταιρείες (T-724/22 & T-725/22).

Οι προσφεύγουσες υποστήριξαν αρχικά ότι το καθεστώς έπρεπε να χαρακτηριστεί ως «υφιστάμενη ενίσχυση». Το ΓεΔΕΕ παρατήρησε ότι στις εγκριτικές αποφάσεις του 2002, 2007 και 2013, η Επιτροπή και οι πορτογαλικές αρχές συμφωνούσαν ότι μόνο τα κέρδη που προέρχονταν από δραστηριότητες που πραγματικά και ουσιαστικά ασκούνταν στη Μαδέρα μπορούσαν να επωφεληθούν από τις επίμαχες φοροαπαλλαγές. Συνεπώς, ο όρος σχετικά με την προέλευση των κερδών ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με το καθεστώς. Στη βάση αυτή, το ΓεΔΕΕ συμφώνησε με την Επιτροπή ότι το επίμαχο καθεστώς ήταν νέο και όχι υφιστάμενο.

Εν συνεχεία, οι προσφεύγουσες αμφισβήτησαν την ύπαρξη κρατικών πόρων, με το επιχείρημα ότι στην περίπτωση αμιγώς τυπικών καταχωρίσεων εταιρειών στην ΕΖΜ, η Πορτογαλία δεν είχε απώλεια, αλλά ωφέλεια φορολογικών εσόδων σε βάρος άλλων κρατών. Το ΓεΔΕΕ παρατήρησε αρχικά ότι το επίμαχο καθεστώς με τον τρόπο που είχε εφαρμοστεί ήταν προνομιακό για τις εταιρείες που ήταν εγκατεστημένες στην ΕΖΜ σε καθαρά τυπική βάση και αποκλειστικά για τους σκοπούς των διεθνών μεταφορών εισοδήματος. Συνεπώς, κατέληγε σε λιγότερα φορολογικά έσοδα για το πορτογαλικό δημόσιο, γεγονός που συνεπάγεται ότι χρηματοδοτήθηκε με κρατικούς πόρους Δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι εταιρείες που εγγράφηκαν για καθαρά τυπικούς σκοπούς στο ΕΖΜ δεν θα το έπρατταν, εάν δεν υπήρχε το επίμαχο πλεονέκτημα, διότι οι αιτίες ή οι στόχοι που επιδιώκουν τα κράτη μέλη κατά την κατάρτιση ενός μέτρου είναι άνευ σημασίας για την αξιολόγηση της ύπαρξης κρατικής ενίσχυσης. Το ίδιο πρέπει να ισχύει a fortiori για τους σκοπούς που επιδιώκουν οι επιχειρήσεις που επωφελούνται από τα μέτρα αυτά.

Κατ’ αναλογία του παραπάνω επιχειρήματος, οι προσφεύγουσες υποστήριξαν, ακόμη, ότι η ενδεχόμενη ανάκτηση των επίμαχων ενισχύσεων θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο πλουτισμό της Πορτογαλίας. Το ΓεΔΕΕ έκρινε πως, στο μέτρο που το επίμαχο καθεστώς είχε χρηματοδοτηθεί με κρατικούς πόρους, η επιστροφή στο κράτος της διαφοράς μεταξύ του μειωμένου και του κανονικού φορολογικού συντελεστή συνιστά απλώς την υπαγωγή των οικείων επιχειρήσεων στο κανονικό φορολογικό καθεστώς, ως λογική συνέπεια της ανάκτησης του πλεονεκτήματος που έλαβαν οι δικαιούχοι, και ουδόλως πλουτίζει το κράτος.

Περαιτέρω, οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει την ειδική κατάσταση των εταιρειών που είχαν εγγραφεί στην ΕΖΜ καθαρά τυπικά και αποκλειστικά για τους σκοπούς της διεθνούς μεταφοράς εισοδήματος. Το ΓεΔΕΕ υπενθύμισε αρχικά ότι, στην περίπτωση καθεστώτος, η Επιτροπή μπορεί να περιοριστεί στην εξέταση των γενικών χαρακτηριστικών του, χωρίς να υποχρεούται να προβεί σε ανάλυση των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση. Μόνο στο στάδιο της ανάκτησης της ενίσχυσης θα πρέπει να εξακριβωθεί η ατομική κατάσταση κάθε ενδιαφερόμενης επιχείρησης. Εν προκειμένω, το ίδιο το καθεστώς δεν αφορούσε εξ αρχής τις εταιρείες που ήταν εγκατεστημένες στην ΕΖΜ σε καθαρά τυπική βάση και αποκλειστικά για τους σκοπούς των διεθνών μεταφορών εισοδήματος. Επομένως, η Επιτροπή ορθώς είχε αρκεστεί στην εξέταση των γενικών χαρακτηριστικών του καθεστώτος.

Ενόψει των ανωτέρω, το ΓεΔΕΕ απέρριψε τις προσφυγές στο σύνολό τους.

keyboard_arrow_up