LM/Επιτροπή – Μια επιχείρηση που δεν ασκεί δραστηριότητες στο ομόσπονδο κρατίδιο, του οποίου το φορολογικό του καθεστώς διαπιστώθηκε ότι δεν χορηγεί κρατικές ενισχύσεις, ούτε βρίσκεται σε άμεση σχέση ανταγωνισμού με τις επιχειρήσεις που βρίσκονται στο εν λόγω κρατίδιο, δεν έχει ενεργητική νομιμοποίηση για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά απόφασης της Επιτροπής που έκρινε ως παράνομο και μη συμβατό το φορολογικό καθεστώς που ισχύει στα λοιπά ομόσπονδα κρατίδια
Ενεργητική νομιμοποίηση για φορολογικά μέτρα – T-261/25
Το 2024, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το φορολογικό καθεστώς που ισχύει για τους διαχειριστές δημόσιων καζίνο στη Γερμανία τους χορηγεί παράνομες και μη συμβατές ενισχύσεις, με εξαίρεση το καθεστώς που ισχύει για τους διαχειριστές δημόσιων καζίνο στο Land του Αμβούργου από την 1η Ιανουαρίου 2024. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα πως, δεδομένου ότι μια συγκεκριμένη ομάδα επιχειρηματιών, δηλαδή όσοι εκμεταλλεύονται καζίνο, υπόκεινται σε ειδική φορολογική μεταχείριση, ευνοϊκότερη από τους συνήθεις φορολογικούς κανόνες, η εν λόγω φορολογική μεταχείριση παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στη συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρηματιών. Με την ίδια απόφαση, διευκρινίστηκε πως ειδικά για το Αμβούργο, δεν τίθεται ζήτημα κρατικής ενίσχυσης, διότι είχε εισαχθεί μια νομοθετική ρύθμιση, η οποία θέσπιζε αντισταθμιστικό φόρο που καλούνταν να καταβάλουν οι διαχειριστές καζίνο, ως αντιστάθμιση για το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς. Επομένως, λόγω του αντισταθμιστικού αυτού φόρου δεν λάμβαναν κανένα πλεονέκτημα από την 1η Ιανουαρίου 2024, όταν και άρχισε να εφαρμόζεται ο φόρος. Κατά τα λοιπά, διατάχθηκε ανάκτηση ως προς τις μη συμβατές ενισχύσεις που είχαν χορηγηθεί βάσει του επίμαχου καθεστώτος(SA.44944/2024). Το 2025, η LM, εταιρεία που εκμεταλλεύεται αίθουσες τυχερών παιγνίων στο ομόσπονδο κράτος της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας άσκησε προσφυγή ακυρώσεως σε ό,τι αφορά στο σκέλος της απόφασης που διαπιστώνει την απουσία κρατικής ενίσχυσης στο Land του Αμβούργου από 1η Ιανουαρίου 2024.
Το ΓεΔΕΕ εξέτασε το παραδεκτό της προσφυγής, και ιδίως εάν η LM θίγεται ατομικά από την επίμαχη απόφαση της Επιτροπής. Υπενθύμισε αρχικά πάγια νομολογία, σύμφωνα με την οποία η προϋπόθεση να αφορά η απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής άμεσα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, απαιτεί να συντρέχουν σωρευτικά δύο κριτήρια, και συγκεκριμένα: α) το προσβαλλόμενο μέτρο να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως του προσφεύγοντος και β) να μην καταλείπει εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, δεδομένου ότι η εκτίμηση αυτή έχει καθαρώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από τη ρύθμιση της Ένωσης, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλομένων κανόνων. Επιπλέον, ο άμεσος επηρεασμός του προσφεύγοντος δεν μπορεί να συναχθεί από μόνο το ενδεχόμενο ύπαρξης ανταγωνιστικής σχέσης. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που η προϋπόθεση του άμεσου επηρεασμού απαιτεί η προσβαλλόμενη πράξη να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής κατάστασης του προσφεύγοντος, ο ενωσιακός δικαστής οφείλει να εξακριβώσει εάν ο προσφεύγων εξέθεσε κατά τρόπο πειστικό τους λόγους για τους οποίους η απόφαση της Επιτροπής είναι ικανή να τον θέσει σε μειονεκτική θέση από άποψη ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, να έχει συνέπειες επί της νομικής κατάστασής του. Εν προκειμένω, η LM δεν ασκούσε δραστηριότητες στο Land του Αμβούργου, ούτε ήταν υποκείμενη στο επίμαχο φορολογικό μέτρο του 2024, ούτε βρισκόταν σε άμεση σχέση ανταγωνισμού με τους φορείς εκμετάλλευσης καζίνο που βρίσκονται στο ίδιο Land. Επομένως, δεν μπορεί να επικαλεστεί οποιαδήποτε επίδραση στη νομική της κατάσταση, η οποία θα μπορούσε να την θέσει σε μειονεκτική ανταγωνιστική θέση. Επιπλέον, η ρύθμιση του 2024 δεν ήταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και, ως εκ τούτου, δεν αποτέλεσε αντικείμενο ελέγχου από την Επιτροπή. Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε, κατά τον χρόνο της έκδοσής της, να έχει οποιαδήποτε επίδραση στη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας. Επομένως, ούτε το επίμαχο φορολογικό μέτρο του 2024 ούτε, κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία διαπιστώνεται ότι το μέτρο αυτό δεν αποτελεί ενίσχυση μπορούν να έχουν τις επιπτώσεις που επικαλείται η προσφεύγουσα στη νομική της κατάσταση, οι οποίες ενδέχεται να την θέσουν σε μειονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών της. Το γεγονός ότι το επίμαχο άρθρο νόμου σχετιζόταν λογικά με το επίμαχο φορολογικό μέτρο δεν ήταν ικανό να μεταβάλει το συμπέρασμα αυτό, δεδομένου ότι πρόκειται για διακριτά νομικά ένδικα μέσα που παράγουν αυτόνομα έννομα αποτελέσματα. Δεδομένου ότι δεν πληρούται ένα από τα δύο σωρευτικά κριτήρια της προϋπόθεσης της άμεσης προσβολής, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσβάλλεται άμεσα από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Παρόλα αυτά, το ΓεΔΕΕ έκρινε ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να εξεταστεί και το δεύτερο κριτήριο της άμεσης προσβολής. Σύμφωνα με το εν λόγω κριτήριο, στην περίπτωση που ένα όργανο της Ένωσης απευθύνει πράξη σε κράτος μέλος, εάν η ενέργεια που πρέπει να αναλάβει το κράτος μέλος για την εκτέλεση της πράξης αυτής έχει αυτόματο χαρακτήρα ή εάν, κατά κάποιον τρόπο, οι συνέπειες της εν λόγω πράξης είναι αναμφισβήτητα επιτακτικές, η πράξη αυτή αφορά άμεσα κάθε πρόσωπο που επηρεάζεται από την ενέργεια αυτή. Εάν, αντίθετα, η πράξη αφήνει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να ενεργήσει ή να μην ενεργήσει ή δεν το υποχρεώνει να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο, τότε είναι η δράση ή η αδράνεια του κράτους μέλους που αφορά άμεσα το επηρεαζόμενο πρόσωπο και όχι η ίδια η πράξη. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα εσφαλμένα υποστήριξε ότι το επίμαχο άρθρο νόμου εκδόθηκε ως αυτόματη συνέπεια της προσβαλλόμενης απόφασης. Πράγματι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή αφήνει περιθώριο εκτίμησης στη Γερμανία όσον αφορά τις τροποποιήσεις που πρέπει να γίνουν στα φορολογικά καθεστώτα που εφαρμόζονται στον τομέα των τυχερών παιγνίων. Επιπλέον, η Γερμανία ήταν υποχρεωμένη να καταργήσει μόνο τα καθεστώτα ενίσχυσης που ήταν μη συμβατά με την εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένου του καθεστώτος που ίσχυε στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, όπου δραστηριοποιείται η LM, χωρίς να έχει καμία υποχρέωση να θεσπίσει φορολογικό καθεστώς εμπνευσμένο από τη νομοθεσία που ίσχυε στο ομόσπονδο κράτος του Αμβούργου.
Ενόψει των ανωτέρω, το ΓεΔΕΕ απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη.



