De minimis ενισχύσεις στη μεταποίηση και εμπορία προϊόντων αλιείας – C-811/24

Pescheria Il Granchio Blu –Η έννοια της «μεταποιήσεως και της εμπορίας» προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, καταλαμβάνει τη δραστηριότητα λιανικής εμπορίας αλιευτικών προϊόντων, με συνέπεια η συγκεκριμένη δραστηριότητα να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 717/2014

Η ιταλική εταιρεία Granchio Blu δραστηριοποιείται στη λιανική πώληση ψαριών, μαλακοστράκων και μαλακίων εντός υπεραγοράς. Κατά τα έτη 2017 και 2019 επωφελήθηκε από φορολογικές διευκολύνσεις που είχαν θεσπιστεί κατόπιν σεισμών που έπληξαν την κεντρική Ιταλία το 2016, βάσει των Κανονισμών 1407/2013 (de minimis) και 1408/2013 (de minimis γεωργίας). Ωστόσο, οι εν λόγω διευκολύνσεις ανακλήθηκαν το 2023, με αιτιολογία ότι η Granchio Blu ασκούσε οικονομική δραστηριότητα που δεν εμπίπτει στα πεδία εφαρμογής των δύο αυτών Κανονισμών, και, ως εκ τούτου, δεν ήταν επιλέξιμη για την παροχή των συγκεκριμένων διευκολύνσεων. Αντιθέτως, το αρμόδιο υπουργείο υποστήριξε ότι οι οικονομικές δραστηριότητες του τομέα της παραγωγής, της μεταποιήσεως και της εμπορίας αλιευτικών προϊόντων, περιλαμβανομένης της λιανικής πωλήσεως αυτών, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 717/2014 για τις de minimis ενισχύσεις στην αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια.

Το διοικητικό πρωτοδικείο του Μάρκε απέρριψε προσφυγή της Granchio Blu, η οποία άσκησε έφεση ενώπιον του ιταλικού Συμβουλίου της Επικρατείας. Το τελευταίο απέστειλε στο ΔΕΕ τρία προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν την επίμαχη υπόθεση. Το ΔΕΕ απέρριψε ως απαράδεκτο το τρίτο εξ αυτών, ενώ επεσήμανε ότι τα δύο πρώτα ερωτήματα, εξεταζόμενα από κοινού, αφορούν το εάν η έννοια της «μεταποιήσεως και της εμπορίας» προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, η οποία ορίζεται στο άρθρο 2 (1) (γ) του Κανονισμού 717/2014, καταλαμβάνει τη δραστηριότητα λιανικής εμπορίας αλιευτικών προϊόντων.

Το ΔΕΕ εξέτασε αρχικά εάν η παραπάνω δραστηριότητα εμπίπτει στον Κανονισμό 1407/2013. Υπενθύμισε ότι το άρθρο 1 (1) (α) του Κανονισμού εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής τις ενισχύσεις προς επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας. Για τον προσδιορισμό των εν λόγω επιχειρήσεων εφαρμοζόταν αρχικά ο τότε ισχύων Κανονισμός 104/2000 και εν συνεχεία ο Κανονισμός 1379/2013 για την κοινή οργάνωση των αγορών των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας. Βάσει του άρθρου 5 (δ) του Κανονισμού 1379/2013, ο «κλάδος αλιείας και υδατοκαλλιέργειας» ορίζεται ως ο κλάδος της οικονομίας που «περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας των προϊόντων αλιείας ή υδατοκαλλιέργειας». Ερμηνεύοντας τους όρους αυτούς, το ΔΕΕ επεσήμανε αρχικά ότι ο όρος «εμπορία» δηλώνει συνολικά όλες τις δραστηριότητες που έπονται της παραγωγής και της μεταποίησης ενός προϊόντος έως την πώλησή του στον τελικό καταναλωτή, περιλαμβανομένης της λιανικής πωλήσεως τέτοιων προϊόντων. Επιπλέον, ο Κανονισμός 1379/2013, ως πλαίσιο εφαρμογής του εν λόγω όρου, διέπει επίσης την «κυκλοφορία στην αγορά», τη «διάθεση στην αγορά» και τη «λιανική» εμπορία των ως άνω προϊόντων. Κατά συνέπεια, οι «επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας», οι οποίες εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 1407/2013, είναι επίσης εκείνες που δραστηριοποιούνται, μεταξύ άλλων, στη «λιανική» εμπορία αλιευτικών προϊόντων. Επιπλέον, σκοπός του Κανονισμού 1379/2013 είναι η δημιουργία Κοινής Οργάνωσης των Αγορών (ΚΟΑ) των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας. Η επίτευξη, όμως, του εν λόγω σκοπού θα υπονομευόταν, αν ορισμένα στάδια της αλυσίδας διανομής αλιευτικών προϊόντων, συγκεκριμένα δε η λιανική πώληση αυτών, εξαιρούνταν από την ΚΟΑ. Στη βάση αυτήν, το ΔΕΕ συμπέρανε ότι ο «κλάδος αλιείας και υδατοκαλλιέργειας», καταλαμβάνει την εμπορία αλιευτικών προϊόντων, τόσο χονδρική όσο και λιανική, με αποτέλεσμα να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 1407/2013.

Το ΔΕΕ πρόσθεσε πως οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν εμπίπτουν ούτε στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/2013, το άρθρο 1 του οποίου, ορίζει ότι τυγχάνει εφαρμογής στις ενισχύσεις που χορηγούνται σε επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στην πρωτογενή παραγωγή γεωργικών προϊόντων.

Ως προς την τυχόν εφαρμογή του Κανονισμού 717/2014, σε αυτόν περιλαμβάνονται οι «επιχειρήσεις του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας», δηλαδή εκείνες που δραστηριοποιούνται «στην παραγωγή, τη μεταποίηση και την εμπορία προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας», άνευ περιορισμού ως προς το είδος της οικείας εμπορίας. Ως «μεταποίηση και εμπορία» νοούνται «όλες οι δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένου του χειρισμού, της κατεργασίας, της παραγωγής και της διανομής που πραγματοποιούνται από τη στιγμή της εκφόρτωσης ή της αλίευσης μέχρι το στάδιο του τελικού προϊόντος». Στο μέτρο που η λιανική εμπορία αποτελεί το τελευταίο στάδιο της διανομής αλιευτικών προϊόντων, το οποίο λαμβάνει χώρα κατά «το στάδιο του τελικού προϊόντος» της αλυσίδας εφοδιασμού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το εν λόγω είδος εμπορίας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 717/2014.

keyboard_arrow_up