Το 2016, η Τσεχία είχε θεσπίσει, βάσει του τότε ισχύοντος απαλλακτικού Κανονισμού 702/2014 για τη γεωργία, δύο καθεστώτα που αφορούσαν μικρομεσαίες γεωργικές επιχειρήσεις, προκειμένου: α) να φυτεύσουν οπωρώνες που καλλιεργούνται σύμφωνα με τη μέθοδο της ολοκληρωμένης παραγωγής, και β) να κατασκευάσουν συστήματα άρδευσης σε οπωρώνες, χωράφια λυκίσκου, αμπελώνες και φυτώρια (SA.46621/2016 και SA.46972/2016). Εν συνεχεία, το 2018 κοινοποίησε, αυτή τη φορά, στην Επιτροπή τα δύο καθεστώτα, με το ίδιο αντικείμενο, στα οποία, εκτός από μικρομεσαίες, δικαιούχοι ήταν και μεγάλες επιχειρήσεις. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, ήδη πριν από τον χρόνο της κοινοποίησης, είχαν χορηγηθεί ενισχύσεις και σε μεγάλες επιχειρήσεις βάσει των αρχικών καθεστώτων του 2016, καίτοι οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να υπαχθούν σε αυτά. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τις τσεχικές αρχές, οφειλόταν σε εσφαλμένο υπολογισμό εκ μέρους τους του μεγέθους των επιχειρήσεων. Κατόπιν τούτων, το 2021 η Επιτροπή εξέδωσε, βάσει των Κατευθυντηρίων Γραμμών 2014 για τον γεωργικό και δασοπονικό τομέα και τις αγροτικές περιοχές, θετική απόφαση σε ό,τι αφορά τις ενισχύσεις που θα χορηγούνταν από εκείνο το χρονικό σημείο και έπειτα, πλην όμως κίνησε επίσημη διαδικασία έρευνας για τις μέχρι τότε χορηγηθείσες ενισχύσεις σε μεγάλες επιχειρήσεις (SA.50787/2021 και SA.50837/2021). Εντέλει, το 2024, διαπίστωσε ότι οι προ του 2021 ενισχύσεις σε μεγάλες επιχειρήσεις ήταν παράνομες και μη συμβατές και διέταξε ανάκτηση (SA.50787/2024 και SA.50837/2024). Οι εταιρείες Úsovsko Agro και Úsovsko Eko άσκησαν τις επίμαχες προσφυγές ακυρώσεως ενώπιον του ΓεΔΕΕ.
Το ΓεΔΕΕ, αφότου έκανε δεκτή την πληρότητα της αιτιολογίας της Επιτροπής, απορρίπτοντας αντίθετους ισχυρισμούς των προσφευγουσών, εξέτασε τον ισχυρισμό τους περί του δικαιώματος ακροάσεως. Υπενθύμισε αρχικά ότι μόνο το κράτος μέλος, ως αποδέκτης της απόφασης της Επιτροπής μπορεί να επικαλεστεί πραγματικά δικαιώματα άμυνας. Οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν την ενίσχυση και οι ανταγωνιστές τους θεωρούνται απλώς «ενδιαφερόμενα μέρη», στα οποία από καμία διάταξη του ενωσιακού δικαίου δεν απονέμεται ειδικό καθεστώς. Τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν, ουσιαστικά, το ρόλο πηγών πληροφόρησης για την Επιτροπή κατά τη διαδικασία εξέτασης των κρατικών ενισχύσεων. Επομένως, έχουν μόνο το δικαίωμα να συμμετέχουν στη διαδικασία, στον βαθμό που αυτό είναι σκόπιμο, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Περαιτέρω, ο ΧΘΔΕΕ δεν αποσκοπεί να μεταβάλει τη φύση του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων και τη διαδικασία του άρθρου 108 (3) ΣΛΕΕ. Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Η Επιτροπή είχε απαντήσει στις παρατηρήσεις και είχε εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι η εν λόγω ενίσχυση δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις σχετικά με τον χαρακτήρα κινήτρου και την αναλογικότητα. Συνεπώς, δεν είχε παραβιαστεί το δικαίωμα ακροάσεως.
Στη συνέχεια, εξετάστηκε η διαπίστωση της Επιτροπής περί μη συμβατότητας των προ του 2021 ενισχύσεων σε μεγάλες επιχειρήσεις. Η Επιτροπή είχε διαπιστώσει ότι οι ενισχύσεις αυτές δεν πληρούσαν τον χαρακτήρα κινήτρου και την αναλογικότητα που προβλέπουν οι Κατευθυντήριες Γραμμές 2014 για τον γεωργικό και δασοπονικό τομέα και τις αγροτικές περιοχές. Το ΓεΔΕΕ σημείωσε ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να παρεκκλίνει από τις Κατευθυντήριες Γραμμές, καθώς κάτι τέτοιο θα είχε τον κίνδυνο να παραβιάσει γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου, όπως η ίση μεταχείριση ή η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Οι προσφεύγουσες αμφισβήτησαν το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είχε αξιολογήσει τα υποθετικά σενάρια που είχαν υποβάλει στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Το ΓεΔΕΕ έκρινε πως, στο μέτρο που τα κοινοποιηθέντα καθεστώτα δεν περιείχαν υποθετικά σενάρια αντιπαραδείγματος της κατάστασης των δικαιούχων με/χωρίς την ενίσχυση, η Επιτροπή μπορούσε νομίμως να μην λάβει υπόψη της τέτοια σενάρια που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας του 2021. Συγκεκριμένα, τα υποθετικά σενάρια θα έπρεπε, σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Γραμμές, να είχαν ήδη υποβληθεί από τις δικαιούχους προς τις τσεχικές αρχές, ως όρος για να λάβουν ενισχύσεις στο πλαίσιο των καθεστώτων. Επιπλέον, από τη μη συμπερίληψη υποθετικών σεναρίων στις αιτήσεις ενίσχυσης συνάγεται ότι η αναλογικότητα των ενισχύσεων δεν αξιολογήθηκε υπό το πρίσμα των Κατευθυντήριων Γραμμών, οι οποίες επιβάλλουν πρόσθετους όρους που ισχύουν τόσο για τις επενδυτικές ενισχύσεις που υπόκεινται σε απαίτηση ατομικής κοινοποίησης όσο και για τις επενδυτικές ενισχύσεις προς μεγάλες επιχειρήσεις, όπως εν προκειμένω. Οι Κατευθυντήριες Γραμμές προβλέπουν, ακόμη, ότι η αξιοπιστία του υποθετικού σεναρίου πρέπει να εξεταστεί πριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης, προϋπόθεση η οποία έχει ουσιώδη σημασία στο πλαίσιο του Κεφαλαίου 3.4 των ΚΓ σχετικά με τον χαρακτήρα κινήτρου. Είναι εγγενές στην ίδια την απαίτηση υποβολής ενός υποθετικού σεναρίου στην αίτηση ενίσχυσης, ότι η μη τήρηση της εν λόγω απαίτησης καθιστά οποιοδήποτε υποθετικό σενάριο που καταρτίζεται εκ των υστέρων εντελώς αναξιόπιστο. Συνεπώς, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να θεωρήσει ότι ο χαρακτήρας κινήτρου δεν μπορούσε, στην παρούσα περίπτωση, να αποδειχθεί με την υποβολή ενός υποθετικού σεναρίου αρκετά έτη μετά τη χορήγηση της ενίσχυσης.
Επιπρόσθετα, το ΓεΔΕΕ επεσήμανε πως οι δικαιούχοι είχαν ήδη λάβει ενισχύσεις στο πλαίσιο των δύο καθεστώτων που είχαν θεσπιστεί το 2016, βάσει του απαλλακτικού Κανονισμού 702/2014. Τα καθεστώτα αυτά de facto είχαν οδηγήσει στη συστηματική χορήγηση ενισχύσεων σε μεγάλες επιχειρήσεις, λόγω διοικητικών σφαλμάτων των τσεχικών αρχών. Υπό τα παραπάνω δεδομένα, οι προσφεύγουσες δεν μπορούσαν να επικρίνουν την Επιτροπή για το γεγονός ότι περιόρισε την εξέταση της συμβατότητας στον έλεγχο της συμμόρφωσης με τις διατάξεις των Κατευθυντήριων Γραμμών 2014, και ειδικότερα των προϋποθέσεων για τον χαρακτήρα κινήτρου και την αναλογικότητα. Οποιαδήποτε απόκλιση από τις εν λόγω Κατευθυντήριες Γραμμές ενδέχεται να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα του συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων της Επιτροπής, ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία του οποίου αποτελεί η υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 108 (3) ΣΛΕΕ. Άλλωστε, μια τέτοια παρέκκλιση θα ενέχει τον κίνδυνο να παραβιάζει γενικές αρχές του δικαίου, όπως η ίση μεταχείριση των ανταγωνιστών των μεγάλων επιχειρήσεων που έλαβαν ενίσχυση το 2016 και το 2017. Οι επιχειρήσεις στις οποίες έχει χορηγηθεί ενίσχυση δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να έχουν νόμιμη προσδοκία ότι η ενίσχυση είναι νόμιμη, εκτός εάν έχει χορηγηθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 108 (3) ΣΛΕΕ, και ένας επιμελής επιχειρηματίας θα πρέπει κανονικά να είναι σε θέση να προσδιορίσει εάν έχει τηρηθεί η εν λόγω διαδικασία.
Τέλος, το ΓεΔΕΕ παρατήρησε πως τα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να κοινοποιούν στην Επιτροπή προτεινόμενες ενισχύσεις που δεν πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται σε Κατευθυντήριες Γραμμές και η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει τις εν λόγω προτεινόμενες ενισχύσεις σε εξαιρετικές περιστάσεις, με ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 107 ΣΛΕΕ. Εντούτοις, στην προκειμένη περίπτωση, η Τσεχία ούτε ζήτησε από την Επιτροπή να εφαρμόσει άμεσα το άρθρο 107 (3) (γ) ΣΛΕΕ, ούτε επικαλέστηκε την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων.
Στη βάση των ανωτέρω, το ΓεΔΕΕ απέρριψε τις προσφυγές ακυρώσεως.