Επιτροπή/Γερμανία – Ελλείψει οποιασδήποτε υποχρεωτικής μετακύλισης στους τελικούς πελάτες του οικονομικού βάρους που αντιστοιχεί σε προσαύξηση οφειλόμενη από τους διαχειριστές δικτύων επί της τιμής πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα κεφάλαια από τα οποία χρηματοδοτείται η προσαύξηση αυτή προέρχονται από φορολογική ή άλλη υποχρεωτική επιβάρυνση και ότι, επομένως, συνιστούν κρατικούς πόρους
Απουσία κρατικών πόρων στο γερμανικό σύστημα πριμοδότησης της πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας – C-242/24 P
Την περίοδο 2019-2020, η Γερμανία κοινοποίησε στην Επιτροπή ορισμένες νομοθετικές τροποποιήσεις της ενεργειακής και περιβαλλοντικής της νομοθεσίας που αποσκοπούσαν στην αύξηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από μονάδες συμπαραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας (CHP/ΣΗΘ). Ο σχετικός νόμος (KWKG 2020) θέσπιζε ένα σύνθετο σύστημα χρηματοδότησης, το οποίο περιελάμβανε και την εξής πτυχή: Οι φορείς εκμετάλλευσης μονάδων CHP/ΣΗΘ δικαιούνταν μιας γενικής πριμοδότησης, την οποία κατέβαλε υποχρεωτικά και εκ του νόμου ο οικείος διαχειριστής δικτύου. Οι διαχειριστές δικτύων είχαν τη δυνατότητα, αλλά όχι την υποχρέωση, να μετακυλίουν το κόστος της πριμοδότησης στους πελάτες τους ως προσαύξηση (εισφορά KWKG). Κατά παρέκκλιση, οι διαχειριστές δικτύων μεταφοράς μπορούσαν να επιβάλλουν μειωμένη εισφορά KWKG στους μεγαλύτερους καταναλωτές ενέργειας, όπως οι παραγωγοί υδρογόνου. Το ποσό της εισφοράς KWKG υπολογιζόταν από τους διαχειριστές, σύμφωνα με συγκεκριμένη μεθοδολογία που όριζε ο KWKG 2020. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κάθε διαχειριστής μπορούσε να αντισταθμίζει την πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση που προέκυπτε από τις υποχρεώσεις του, θεσπίστηκε ένας μηχανισμός, μέσω του οποίου η επίμαχη επιβάρυνση κατανεμόταν μεταξύ των διαχειριστών δικτύων (διανομής ή μεταφοράς) αναλόγως της κατανάλωσης των συνδεδεμένων με το δίκτυό τους καταναλωτών και στη συνέχεια αντισταθμιζόταν μέσω της εισφοράς KWKG.
Η Επιτροπή, με την απόφαση SA.56826/2021, έκρινε ότι τα επίμαχα μέτρα αποτελούσαν μεν κρατικές ενισχύσεις, ήταν, όμως, συμβατά, βάσει των Κατευθυντηρίων Γραμμών 2014 για το περιβάλλον και την ενέργεια. Η Γερμανία άσκησε προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του ΓεΔΕΕ (Τ-409/21), αμφισβητώντας ότι τα μέτρα αυτά αποτελούσαν κρατικές ενισχύσεις. Η προσφυγή έγινε δεκτή, καθώς το ΓεΔΕΕ διαπίστωσε ότι ως άνω σύστημα δεν χρηματοδοτούνταν από κρατικούς πόρους. Η Επιτροπή άσκησε την παρούσα αίτηση αναιρέσεως.
Το ΔΕΕ υπενθύμισε αρχικά πως το γεγονός ότι το οικονομικό βάρος της επιβάρυνσης φέρει στην πράξη μια συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων δεν αρκεί ώστε να καταδειχθεί ότι τα κεφάλαια που προέρχονται από την επιβάρυνση αυτή αποτελούν «κρατικούς πόρους», αλλά πρέπει, επίσης, η επιβάρυνση να είναι υποχρεωτική δυνάμει του εθνικού δικαίου. Ο κρατικός χαρακτήρας των πόρων μπορεί να αποδειχθεί μέσω δύο διαζευκτικών κριτηρίων, εκ των οποίων το ένα αφορά την ύπαρξη υποχρεωτικής επιβάρυνσης των καταναλωτών ή των τελικών πελατών και το άλλο τον δημόσιο έλεγχο επί της διαχείρισης του συστήματος και, ιδίως, επί των κεφαλαίων ή των διαχειριστών των κεφαλαίων αυτών. Εν προκειμένω, η Επιτροπή είχε αμφισβητήσει την κρίση του ΓεΔΕΕ μόνο με γνώμονα το πρώτο κριτήριο (υποχρεωτική επιβάρυνση καταναλωτών/τελικών πελατών).
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η ύπαρξη υποχρεωτικής εισφοράς αρκεί για να διαπιστωθεί η ύπαρξη κρατικών πόρων. Το ΓεΔΕΕ, αντιθέτως, είχε κρίνει ότι η υποχρεωτική διάθεση κεφαλαίων μιας κατηγορίας ιδιωτών επιχειρηματιών υπέρ άλλης κατηγορίας ιδιωτών επιχειρηματιών δεν αρκεί ώστε να αποδειχθεί η χρησιμοποίηση κρατικών πόρων. Το ΔΕΕ συμφώνησε με το ΓεΔΕΕ ότι, για να θεωρηθούν ορισμένα κεφάλαια ως κρατικοί πόροι, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προέρχονται από φορολογικές ή άλλες υποχρεωτικές επιβαρύνσεις δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας. Πρόσθεσε, μάλιστα, πως, για τη διαπίστωση της χρήσης κρατικών πόρων, δεν αρκεί οι διαχειριστές δικτύων να μετακυλίουν στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας που επιβαρύνει τους τελικούς πελάτες το επιπλέον κόστος που προκύπτει λόγω της υποχρέωσής τους να αγοράζουν την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές βάσει τιμολογίων καθοριζόμενων από τον νόμο. Κι αυτό στην περίπτωση που η μετακύλιση αυτή προκύπτει μόνο στην πράξη και δεν απορρέει από νομική υποχρέωση. Επιπλέον, όσον αφορά τους διάφορους φορείς δημόσιας εξουσίας που υπόκεινται σε υποχρέωση αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, το κρίσιμο στοιχείο, συναφώς, έγκειται στο γεγονός ότι οι εν λόγω φορείς έχουν επιφορτισθεί από το κράτος με τη διαχείριση ορισμένου κρατικού πόρου και δεν υπέχουν απλώς υποχρέωση αγοράς με τους δικούς τους χρηματικούς πόρους. Στη βάση αυτή, το ΔΕΕ συμπέρανε ότι, ελλείψει οποιασδήποτε υποχρεωτικής μετακύλισης στους τελικούς πελάτες του οικονομικού βάρους που αντιστοιχεί σε προσαύξηση οφειλόμενη από τους διαχειριστές δικτύων επί της τιμής πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα κεφάλαια από τα οποία χρηματοδοτείται η προσαύξηση αυτή προέρχονται από φορολογική ή άλλη υποχρεωτική επιβάρυνση και ότι, επομένως, συνιστούν κρατικούς πόρους.
Η Επιτροπή ισχυρίστηκε, ακόμη, ότι το ΓεΔΕΕ είχε εφαρμόσει εσφαλμένα τη νομολογία PreussenElektra (C‑379/98). Το ΔΕΕ απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς, κρίνοντας ότι το ΓεΔΕΕ, πρώτον, ορθώς εκτίμησε ότι στην PreussenElektra το ΔΕΕ δεν είχε κρίνει ότι μόνον η ρύθμιση των τιμών που επιβάλλεται από τη νομοθεσία κράτους μέλους δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Στην πραγματικότητα, το ΔΕΕ είχε διαπιστώσει ότι η επιβολή στις ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής ηλεκτρικής ενέργειας της υποχρέωσης να αγοράζουν σε καθορισμένες ελάχιστες τιμές την παραγόμενη από ανανεώσιμες πηγές ηλεκτρική ενέργεια δεν συνεπαγόταν άμεση ή έμμεση μεταφορά κρατικών πόρων στις επιχειρήσεις παραγωγής αυτού του είδους της ηλεκτρικής ενέργειας. Ειδικότερα, στην PreussenElektra, η καταβολή που προέκυπτε από τη διαφορά μεταξύ της τιμής της αγοράς και της ελάχιστης τιμής που επέβαλλε ο νόμος δεν προερχόταν από κρατικούς πόρους, αλλά καλυπτόταν από τους ίδιους οικονομικούς πόρους των οικείων επιχειρήσεων παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου ότι η επιβάρυνση αυτή επιμεριζόταν αποκλειστικά μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών και των ιδιωτικών φορέων εκμετάλλευσης δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας προηγούμενων σταδίων. Δεύτερον, το ΓεΔΕΕ κατ’ επέκταση ορθώς είχε κρίνει ότι η Επιτροπή όφειλε να αποδείξει, ανεξαρτήτως του αν τα μέτρα στήριξης της ΣΗΘ/CHP συνιστούσαν μέτρο «απλής ρύθμισης τιμών», ότι το πλεονέκτημα υπέρ των δικαιούχων των μέτρων αυτών (δηλαδή των μεγαλύτερων καταναλωτών ενέργειας) δεν είχε χορηγηθεί από τους διαχειριστές δικτύων, οι οποίοι είναι ιδιωτικοί φορείς, με δικούς τους οικονομικούς πόρους. Τρίτον, ορθώς το ΓεΔΕΕ έκρινε ότι, εφόσον η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι πληρούται ένα από τα διαζευκτικά κριτήρια της ύπαρξης κρατικών πόρων, οι διαχειριστές δικτύων χρησιμοποιούν τους δικούς τους οικονομικούς πόρους για να χορηγήσουν τα ποσά που προβλέπει ο KWKG 2020 στους δικαιούχους των μέτρων στήριξης της CHP.
Επιπλέον, το ΔΕΕ απέρριψε τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η νομολογία PreussenElektra πρέπει να εφαρμόζεται στενά. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι η εν λόγω απόφαση δεν καθιέρωσε εξαίρεση, αλλά προέβη απλώς στην ερμηνεία του άρθρου 107 (1) ΣΛΕΕ και, ειδικότερα, της διαπίστωσης για την ύπαρξη κρατικών πόρων.
Στη βάση των ανωτέρω, το ΔΕΕ απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως.



