Αποζημίωση άρθρου 25 (9) Καν. 702/2014 για γεωργία και ασφάλεια κινδύνου – C-52/25 & C-53/25

Binanrier – Η ενίσχυση για την αποζημίωση μιας ΜΜΕ η οποία δραστηριοποιείται στην πρωτογενή γεωργική παραγωγή, για ζημία που προκλήθηκε από δυσμενές κλιματικό φαινόμενο το οποίο μπορεί να εξομοιωθεί με θεομηνία, δεν πρέπει να μειώνεται κατά το ήμισυ, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 25 (9) του απαλλακτικού Κανονισμού 702/2014 για τη γεωργία, όταν η ΜΜΕ δεν ήταν σε θέση να συνάψει ασφαλιστήριο συμβόλαιο ανταποκρινόμενο στις προϋποθέσεις της διάταξης, λόγω μη διαθέσιμης προσφοράς στην οικεία ασφαλιστική αγορά

Την περίοδο 2016-2017 διάφορες βελγικές αγροτικές επιχειρήσεις υπέστησαν ζημίες από ξηρασία. Το 2018, η Κυβέρνηση της Βαλονίας χαρακτήρισε την ξηρασία ως γεωργική θεομηνία η οποία γεννά δικαίωμα αποζημίωσης δυνάμει του βελγικού δικαίου, σύμφωνα με καθεστώς αποζημίωσης που είχε θεσπιστεί βάσει του απαλλακτικού Κανονισμού 702/2014 για τη γεωργία. Διάφορες αγροτικές επιχειρήσεις υπέβαλαν αιτήματα αποζημίωσης. Η αρμόδια διοικητική αρχή αποφάσισε ότι ορισμένες επιχειρήσεις έπρεπε να λάβουν αποζημίωση κατά 50% μειωμένη, διότι δεν είχαν συνάψει ασφαλιστήριο συμβόλαιο το οποίο να καλύπτει τουλάχιστον το 50% της παραγωγής τους έναντι των κλιματικών κινδύνων, σύμφωνα με το άρθρο 25 (9) του ως άνω Κανονισμού. Οι επιχειρήσεις αυτές άσκησαν αρχικά διοικητικές προσφυγές και στη συνέχεια εφέσεις στο Εφετείο της Λιέγης, οι οποίες, όμως, απορρίφθηκαν. Ωστόσο, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο του Βελγίου αναίρεσε τις αποφάσεις του Εφετείου, κρίνοντας ότι δεν είχαν αξιολογηθεί οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων που υποστήριζαν ότι οι διαθέσιμες στο Βέλγιο ασφαλίσεις δεν προσέφεραν τη δυνατότητα κάλυψης των γεωργικών εκμεταλλεύσεων έναντι του κινδύνου ξηρασίας. Κατόπιν τούτου, οι υποθέσεις παραπέμφθηκαν στο Εφετείου του Mons, το οποίο απέστειλε στο ΔΕΕ τρία προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν τον τότε ισχύοντα απαλλακτικό Κανονισμό 702/2014 για τη γεωργία.

Το δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν το ζήτημα εάν το άρθρο 25 (9) του Κανονισμού 702/2014 υποχρεώνει σε μείωση της αποζημίωσης κατά 50% λόγω μη σύναψης σύμβασης ασφάλισης από κίνδυνο κλιματικού φαινομένου, όπως η ξηρασία. Σημειώνεται η διάταξη όριζε ότι: «οι ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει του παρόντος άρθρου μειώνονται κατά 50%, εκτός εάν χορηγούνται σε δικαιούχους οι οποίοι έχουν συνάψει ασφαλιστήριο συμβόλαιο που καλύπτει τουλάχιστον το 50% της μέσης ετήσιας παραγωγής τους ή του συνδεόμενου με την παραγωγή εισοδήματός τους και τους στατιστικά συχνότερους κλιματικούς κινδύνους στο σχετικό κράτος μέλος ή περιφέρεια για τους οποίους παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη». Ερμηνεύοντας γραμματικά την εν λόγω διάταξη, το ΔΕΕ σημείωσε ότι η επίμαχη διάταξη δεν κάνει καμία αναφορά στον κλιματικό κίνδυνο που προκάλεσε τη ζημία για την οποία χορηγείται ενίσχυση ή ακόμη στην ασφαλιστική κάλυψη ειδικά έναντι του επίμαχου κινδύνου της ξηρασίας. Ως εκ τούτου, ούτε το ζήτημα της φύσης του κλιματικού κινδύνου που προκαλεί ζημία δυνάμενη να αποκατασταθεί ούτε το ζήτημα της δυνατότητας ασφάλισης, στην πράξη, έναντι του ειδικού αυτού κινδύνου (εν προκειμένω η ξηρασία) ασκούν επιρροή κατά την εξακρίβωση του εάν η οικεία ενίσχυση πρέπει ή όχι να μειωθεί κατά το ήμισυ. Ο μόνος έλεγχος στον οποίο οφείλουν να προβαίνουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές συνίσταται στο εάν ο δυνητικός δικαιούχος της ενίσχυσης έχει συνάψει ή όχι ασφαλιστήριο συμβόλαιο το οποίο πληροί τις αναφερόμενες στη διάταξη προϋποθέσεις, ιδίως δε αν έχει ασφαλιστεί έναντι κινδύνου που συγκαταλέγεται μεταξύ των στατιστικά συχνότερων κινδύνων στο οικείο κράτος μέλος ή στην οικεία περιφέρεια.

Περαιτέρω, το ΔΕΕ έκρινε ότι ο σκοπός του επίμαχου άρθρου, όπως προκύπτει από τη συνδυαστική του ερμηνεία με τις αιτιολογικές του σκέψεις, είναι να παροτρύνει τις ΜΜΕ που δραστηριοποιούνται στην πρωτογενή γεωργική παραγωγή να ασφαλίζονται έναντι των κλιματικών κινδύνων στους οποίους είναι στατιστικά περισσότερο εκτεθειμένες. Εξαρτώντας τη χορήγηση του πλήρους ποσού της ενίσχυσης από την προϋπόθεση ότι έχουν συνάψει ασφαλιστήριο συμβόλαιο ικανό να ελαχιστοποιήσει τις οικονομικές συνέπειες που επιφέρουν οι προβλέψιμοι κλιματικοί κίνδυνοι στη γεωργική τους δραστηριότητα, ο ενωσιακός νομοθέτης επιδίωξε να μειώσει την οικονομική εξάρτηση των ενδιαφερόμενων ΜΜΕ από τις γεωργικές ενισχύσεις, περιορίζοντας παράλληλα, καθολικά, τον συνολικό όγκο των ενισχύσεων αυτών. Αν γινόταν δεκτό ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, το ποσό της ενίσχυσης που χορηγείται στον δικαιούχο της δεν μπορεί να μειωθεί κατά το ήμισυ, θα υπήρχε κίνδυνος να αμβλυνθεί ο καθολικός χαρακτήρας κινήτρου υπέρ μιας όσο το δυνατόν πληρέστερης ασφαλιστικής κάλυψης για το σύνολο του πρωτογενούς γεωργικού τομέα. Στη βάση αυτήν, το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 25 (9) του Κανονισμού 702/2014 υποχρεώνει να μειώνεται η ενίσχυση κατά το ήμισυ, λόγω της μη σύναψης σύμβασης ασφάλισης.

Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα αφορά στο εάν η ως άνω μείωση εξακολουθεί να ισχύει, ακόμη και όταν η ΜΜΕ αποδεικνύει ότι δεν ήταν σε θέση να συνάψει ασφαλιστήριο συμβόλαιο, λαμβανομένης υπόψη της προσφοράς που είναι διαθέσιμη στην οικεία ασφαλιστική αγορά. Το ΔΕΕ σημείωσε εν πρώτοις ότι δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί η απάντηση στο ερώτημα αυτό από τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης. Εξετάζοντας το πλαίσιο και τους σκοπούς της, υπογράμμισε ότι σε περίπτωση που ο δικαιούχος ενίσχυσης δεν κατέβαλε προσπάθειες και απέφυγε να ασφαλίσει δεόντως την αγροτική του εκμετάλλευση, η μείωση κατά 50% δικαιολογείται ως άμεση συνέπεια της συμπεριφοράς του. Ωστόσο, μια τέτοια συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία δεν προσφέρεται, στην οικεία αγορά, ασφάλιση ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις της διάταξης. Στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να προσαφθεί στον δικαιούχο της ενίσχυσης ότι δεν κατέβαλε κάθε εύλογη προσπάθεια προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τις οικονομικές συνέπειες που επιφέρουν οι προβλέψιμοι κλιματικοί κίνδυνοι στη δραστηριότητά του συνάπτοντας τέτοια ασφάλιση. Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο, όταν ο δικαιούχος εξακολουθεί να εκτίθεται στο σύνολο των οικονομικών συνεπειών των ζημιών που υπέστη και η ενίσχυση την οποία μπορεί να αξιώσει αποσκοπεί στην αντιστάθμισή τους. Επομένως, δεν συντρέχει λόγος μείωσης της ενίσχυσης, όταν αποδεικνύεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της προσφοράς που ήταν διαθέσιμη στην οικεία ασφαλιστική αγορά, ο δικαιούχος της ενίσχυσης δεν ήταν σε θέση να συνάψει ασφαλιστήριο συμβόλαιο ανταποκρινόμενο στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 25 (9) του Κανονισμού 702/2014 για το είδος της παραγωγής που εκμεταλλεύεται. Εναπόκειται, κατά περίπτωση, στον δικαιούχο της ενίσχυσης να αποδείξει τις πραγματικές και νομικές περιστάσεις που καταδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιας κατάστασης.

Συνακόλουθα, το ΔΕΕ έκρινε ότι η ενίσχυση για την αποζημίωση ΜΜΕ η οποία δραστηριοποιείται στην πρωτογενή γεωργική παραγωγή για ζημία προκληθείσα από δυσμενές κλιματικό φαινόμενο το οποίο μπορεί να εξομοιωθεί με θεομηνία δεν πρέπει να μειώνεται κατά το ήμισυ, όταν η ΜΜΕ δεν ήταν σε θέση να συνάψει ασφαλιστήριο συμβόλαιο ανταποκρινόμενο στις προϋποθέσεις του άρθρου 25 (9) του Κανονισμού 702/2014 για το είδος της παραγωγής που εκμεταλλεύεται, λαμβανομένης υπόψη της διαθέσιμης προσφοράς στην οικεία ασφαλιστική αγορά.

keyboard_arrow_up