Σύνδεση επιχειρήσεων μέσω φυσικού προσώπου – C-870/24

Outletico – Φυσικό πρόσωπο το οποίο κατέχει ελέγχουσες συμμετοχές σε εταιρείες που ασκούν οικονομική δραστηριότητα και, ως εκ τούτου, έχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των εταίρων δεν μπορεί, για τον λόγο αυτόν και μόνον, να θεωρηθεί ότι ασκεί το ίδιο οικονομική δραστηριότητα και ότι είναι, συνεπώς, «επιχείρηση», μέσω της οποίας οι εταιρίες αυτές διατηρούν εμμέσως σχέσεις μεταξύ τους με αποτέλεσμα να μπορούν να χαρακτηριστούν «συνδεδεμένες επιχειρήσεις». Ένα τέτοιο φυσικό πρόσωπο μπορεί να χαρακτηριστεί «επιχείρηση», μόνον εάν ασκεί πράγματι τον απορρέοντα από τις συμμετοχές αυτές έλεγχο, αναμειγνυόμενο, άμεσα ή έμμεσα, στη διαχείριση των οικείων εταιρειών, κατά τρόπο ώστε να μετέχει στην ασκούμενη από αυτές οικονομική δραστηριότητα. Η απλή κατοχή ελεγχουσών συμμετοχών, καθώς και τα καταστατικά δικαιώματα που εξ αυτών απορρέουν για κάθε εταίρο δυνάμει του εθνικού δικαίου, δεν αρκούν per se για να αποδειχθεί η πραγματική άσκηση τέτοιου ελέγχου

Ο Α, φυσικό πρόσωπο, κατέχει τις εξής συμμετοχές: α) το 100% του κεφαλαίου της SIA “Esterkin Family Investments”, β) το 75% της SIA “IC Industries Holdings” και γ) το 100 % της RRE Tradecenters holding Ltd. Η τελευταία κατέχει το 60% της Outletico, η οποία, με τη σειρά της, κατέχει το 100% της SIA “Business Park”. Όλες οι παραπάνω εταιρείες εδρεύουν στη Λετονία, εκτός από την RRE Tradecenters holding Ltd που εδρεύει στην Κύπρο. Το 2021, η Outletico αιτήθηκε να λάβει ενίσχυση βάσει καθεστώτος που αφορούσε τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της πανδημίας του κορωνοϊού. Η αίτησή έγινε αρχικώς δεκτή, όμως στη συνέχεια ζητήθηκε η επιστροφή της ενίσχυσης, διότι οι RRE Tradecenters holding, Esterkin Family Investments, IC Industries Holdings και Business Park έπρεπε να θεωρηθούν «συνδεδεμένες επιχειρήσεις» με την Outletico. Έτσι, η Outletico, ως μέλος ομίλου συνδεδεμένων επιχειρήσεων, δεν αποτελούσε μικρομεσαία επιχείρηση, αλλά μέρος «μεγάλης επιχείρησης».

Το διοικητικό πρωτοδικείο της Λετονίας δέχθηκε την προσφυγή της Outletico, κρίνοντας ότι ο Α, μέσω του οποίου θεωρήθηκαν συνδεδεμένες οι παραπάνω επιχειρήσεις, ήταν φυσικό πρόσωπο και όχι «επιχείρηση», οπότε, η Outletico δεν μπορούσε να θεωρηθεί συνδεδεμένη με τις Esterkin Family Investments και IC Industries Holdings. Δέχθηκε ότι η Outletico μπορούσε να θεωρηθεί «συνδεδεμένη» μόνο με τις RRE Tradecenters holding και Business Park, κάτι που τη διατηρούσε στην κατηγορία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, και άρα επιλέξιμη για ενίσχυση. Η αρμόδια λετονική φορολογική αρχή άσκησε έφεση ενώπιον του διοικητικού εφετείου της Λετονίας, το οποίο απέστειλε στο ΔΕΕ δύο προδικαστικά ερωτήματα επί της επίμαχης υπόθεσης. Το ΔΕΕ αναδιατυπώνοντας αρχικά τα ερωτήματα, έκρινε πως, στην πραγματικότητα, αμφότερα αφορούν το εάν ένα φυσικό πρόσωπο, το οποίο κατέχει ελέγχουσες συμμετοχές σε εταιρείες που ασκούν οικονομική δραστηριότητα και, ως εκ τούτου, έχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των εταίρων, πρέπει, για τον λόγο αυτόν και μόνον, να θεωρηθεί ότι ασκεί το ίδιο οικονομική δραστηριότητα και ότι είναι, συνεπώς, «επιχείρηση», μέσω της οποίας οι εταιρείες αυτές διατηρούν εμμέσως σχέσεις μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να μπορούν να χαρακτηριστούν «συνδεδεμένες επιχειρήσεις». Ειδικότερα, ερωτάται εάν το γεγονός ότι ορισμένες αποφάσεις σχετικά με τη διαχείριση της εταιρείας εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της συνέλευσης των εταίρων αρκεί, αφ’ εαυτού, για να θεωρηθεί ότι ένα τέτοιο φυσικό πρόσωπο μετέχει στην οικονομική δραστηριότητα της εταιρείας, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί εάν μετέχει πράγματι στη διαχείρισή της.

Το ΔΕΕ υπενθύμισε αρχικά ότι, μεταξύ άλλων, δύο επιχειρήσεις καλούνται «συνδεδεμένες» όταν η μία κατέχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή των εταίρων της άλλης. Εν προκειμένω, οι Outletico, Esterkin Family Investments και IC Industries Holdings εμπίπτουν στην κατηγορία αυτήν, καθώς, αφενός η RRE Tradecenters holding κατέχει το 60% του κεφαλαίου της Outletico και, ως συνεπώς, την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των εταίρων της και, αφετέρου, ο Α κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου της RRE Tradecenters holding και της Esterkin Family Investments, καθώς και το 75% της IC Industries Holdings και, ως εκ τούτου, την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των εταίρων των τριών εταιρειών.

Κατόπιν τούτου, το ΔΕΕ εξέτασε εάν αρκεί το γεγονός ότι ένα φυσικό πρόσωπο κατέχει ελέγχουσες συμμετοχές σε επιχείρηση, με τα δικαιώματα που εξ αυτών απορρέουν δυνάμει του εθνικού δικαίου, για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το ίδιο ασκεί «οικονομική δραστηριότητα» και, ως εκ τούτου, για να χαρακτηριστεί το εν λόγω φυσικό πρόσωπο «επιχείρηση». Επεσήμανε αρχικά ότι ως επιχείρηση νοείται κάθε οντότητα, ανεξάρτητα από τη νομική της μορφή, που ασκεί οικονομική δραστηριότητα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ειδικότερα αυτοαπασχολούμενα άτομα και οικογενειακές επιχειρήσεις που ασκούν βιοτεχνική ή άλλη δραστηριότητα, καθώς και προσωπικές εταιρείες ή ενώσεις προσώπων που ασκούν τακτικά μια οικονομική δραστηριότητα.

Σχολιάζοντας προηγούμενη νομολογία του, το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι μια οντότητα συμπεριλαμβανομένου ενός φυσικού προσώπου, η οποία κατέχει συμμετοχές σε εταιρεία, μπορεί να χαρακτηριστεί «επιχείρηση», μόνον εφόσον πληρούνται δύο προϋποθέσεις: α) οι συμμετοχές αυτές πρέπει να της παρέχουν τη δυνατότητα να ασκεί έλεγχο επί εταιρείας και β) πρέπει να ασκεί πράγματι έλεγχο επί της εταιρείας αναμειγνυόμενη άμεσα ή έμμεσα στη διαχείρισή της. Επομένως, η απλή κατοχή πλειοψηφικής συμμετοχής σε εταιρεία, ή ακόμη και του συνόλου του κεφαλαίου της, δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ασκείται πράγματι έλεγχος. Η άσκηση ελέγχου πρέπει να αποδεικνύεται με τρόπο συγκεκριμένο, κατά περίπτωση, βάσει ενδείξεων δυνάμενων να τεκμηριώσουν ότι η οικεία οντότητα αναμειγνύεται, άμεσα ή έμμεσα, στη διαχείριση της εταιρίας. Η κατοχή πλειοψηφικών συμμετοχών, ιδίως από φυσικά πρόσωπα, σε εταιρείες που ασκούν οικονομική δραστηριότητα μπορεί συχνά να συνιστά απλή άσκηση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί ενός αγαθού, ιδίως όταν προκύπτει από απλή τοποθέτηση επενδυτικών κεφαλαίων.

Εν προκειμένω, το γεγονός ότι το λετονικό δίκαιο παρέχει σε κάθε κάτοχο συμμετοχών στο κεφάλαιο εταιρείας ορισμένα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητα του εταίρου, όπως το δικαίωμα ψήφου και το δικαίωμα συμμετοχής στη γενική συνέλευση των εταίρων, η οποία είναι αρμόδια να λαμβάνει ορισμένες αποφάσεις σχετικά με τη διαχείριση της εταιρίας, δεν συνεπάγεται, αφ’ εαυτού, ότι ο κάτοχος των συμμετοχών ασκεί πράγματι έλεγχο επί της εταιρείας, αναμειγνυόμενος άμεσα ή έμμεσα στη διαχείρισή της. Τα δικαιώματα αυτά απορρέουν ex lege από την απλή κατοχή κεφαλαίου ή από την απλή ιδιότητα του εταίρου και, συνακόλουθα, δεν αρκούν per se προκειμένου να γίνει διάκριση μεταξύ της περίπτωσης κατά την οποία ένα φυσικό πρόσωπο λογίζεται ότι ασκεί οικονομική δραστηριότητα, που συνίσταται στον εν τοις πράγμασι έλεγχο μιας εταιρείας μέσω της άμεσης ή έμμεσης ανάμειξης στη διαχείρισή της, και εκείνης κατά την οποία η συμμετοχή ενός τέτοιου φυσικού προσώπου συνιστά απλή άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιδιοκτησία ορισμένου αγαθού, ιδίως όταν η συμμετοχή αυτή προκύπτει από απλή τοποθέτηση επενδυτικών κεφαλαίων. Αντιθέτως, άλλες ενδείξεις, όπως το γεγονός ότι ο κάτοχος των ελεγχουσών συμμετοχών ασκεί καθήκοντα εντός των εποπτικών οργάνων ή του διοικητικού συμβουλίου, ότι είναι επιχειρηματίας που κατέχει τέτοιες συμμετοχές σε περισσότερες εταιρείες οι οποίες ενεργούν συντονισμένα ή επιδιώκουν κοινό σκοπό, ή ακόμη ότι έχει ανακοινώσει εμπορική στρατηγική την οποία προτίθεται να εφαρμόσει μέσω της ελεγχόμενης εταιρίας, μπορούν να ληφθούν υπόψη προκειμένου να εξακριβωθεί εάν ο εν λόγω κάτοχος αναμειγνύεται άμεσα ή έμμεσα στη διαχείριση της επιχείρησης και, επομένως, ασκεί πραγματικό έλεγχο επί της δραστηριότητάς της.

Με γνώμονα τα παραπάνω, το ΔΕΕ έκρινε ότι μόνο το γεγονός ότι ο A κατέχει στις εταιρείες αυτές ελέγχουσες συμμετοχές, με τα δικαιώματα που εξ αυτών απορρέουν δυνάμει του λετονικού δικαίου, δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για να αποδειχθεί ότι το εν λόγω φυσικό πρόσωπο ασκεί πράγματι έλεγχο, αναμειγνυόμενο, άμεσα ή έμμεσα, στη διαχείρισή τους και ότι ασκεί, κατά συνέπεια, οικονομική δραστηριότητα με αποτέλεσμα να μπορεί να χαρακτηριστεί «επιχείρηση». Επομένως, από το στοιχείο αυτό και μόνον δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Outletico διατηρεί, μέσω του A, έμμεσες σχέσεις με την Esterkin Family Investments και την IC Industries Holdings κατά τρόπο ώστε οι τρεις αυτές εταιρίες να μπορούν να χαρακτηριστούν «συνδεδεμένες επιχειρήσεις». Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει εάν μπορούν να ληφθούν υπόψη ενδείξεις, όπως οι παραπάνω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο A αναμειγνύεται άμεσα ή έμμεσα στη διαχείριση των εν λόγω εταιρειών και, άρα , ασκεί πραγματικό έλεγχο επί της δραστηριότητάς τους. Σε καταφατική περίπτωση, ο A θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ο ίδιος «επιχείρηση», μέσω του οποίου η Outletico διατηρεί εμμέσως σχέσεις με τις Esterkin Family Investments και IC Industries Holdings, με αποτέλεσμα οι εταιρείες αυτές να μπορούν να χαρακτηριστούν «συνδεδεμένες επιχειρήσεις». Σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι ο A δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «επιχείρηση», αλλά πρέπει να θεωρηθεί φυσικό πρόσωπο, σε αυτό εναπόκειται να εξετάσει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις σχετικά με την άσκηση, από τις οικείες επιχειρήσεις, των δραστηριοτήτων τους ή μέρους των δραστηριοτήτων τους στην ίδια αγορά ή σε όμορες αγορές.

Συμπερασματικά, το ΔΕΕ έκρινε ότι:

α) φυσικό πρόσωπο το οποίο κατέχει ελέγχουσες συμμετοχές σε εταιρείες που ασκούν οικονομική δραστηριότητα και, ως εκ τούτου, έχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των εταίρων δεν μπορεί, για τον λόγο αυτόν και μόνον, να θεωρηθεί ότι ασκεί το ίδιο οικονομική δραστηριότητα και ότι είναι, συνεπώς, «επιχείρηση», μέσω της οποίας οι εταιρίες αυτές διατηρούν εμμέσως σχέσεις μεταξύ τους με αποτέλεσμα να μπορούν να χαρακτηριστούν «συνδεδεμένες επιχειρήσεις»,

β) ένα τέτοιο φυσικό πρόσωπο μπορεί να χαρακτηριστεί «επιχείρηση» μόνον εάν ασκεί πράγματι τον απορρέοντα από τις συμμετοχές αυτές έλεγχο αναμειγνυόμενο, άμεσα ή έμμεσα, στη διαχείριση των οικείων εταιρειών, κατά τρόπο ώστε να μετέχει στην ασκούμενη από αυτές οικονομική δραστηριότητα,

γ) η απλή κατοχή ελεγχουσών συμμετοχών καθώς και τα καταστατικά δικαιώματα που εξ αυτών απορρέουν για κάθε εταίρο δυνάμει του εθνικού δικαίου δεν αρκούν per se για να αποδειχθεί η πραγματική άσκηση τέτοιου ελέγχου.

keyboard_arrow_up