Ambito territoriale di caccia Ancona 2 – Είναι αντίθετος στα άρθρα 3 και 6 του Κανονισμού 1408/2013 ιταλικός νόμος που δεν προβλέπει την υποβολή ειδικής δήλωσης της αιτούσας επιχείρησης σχετικά με το ποσό και τη φύση των λοιπών de minimis κρατικών ενισχύσεων τις οποίες έλαβε κατά το τρέχον φορολογικό έτος και κατά τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη. Η προσκόμιση δήλωσης σχετικά με de minimis ενισχύσεις οι οποίες ενδεχομένως ελήφθησαν κατά την τριετία προ της πλήρους και ολοκληρωμένης δημιουργίας κεντρικού μητρώου ενισχύσεων σε εθνικό επίπεδο δεν αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού για την υποβολή της αίτησης για ενίσχυση, αλλά η δήλωση αυτή συνιστά προϋπόθεση για τη χορήγηση, οπότε το κράτος μέλος πρέπει να τη λάβει πριν από τη χορήγησή της
Υποχρέωση δήλωσης de minimis ενισχύσεων του δικαιούχου – C-615/24
Το 2014, η ιταλική εταιρεία Azienda Agricola υπέβαλε στην αρμόδια διοικητική αρχή ATC αίτηση πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να αποζημιωθεί για ζημίες που είχε προκαλέσει στις γεωργικές της καλλιέργειες η άγρια πανίδα της περιοχής. Παρότι ο εμπειρογνώμονας της ATC διαπίστωσε ότι η Azienda Agricola είχε υποστεί ζημίες ύψους 1.000 ευρώ, η ATC δεν αποζημίωσε την Azienda Agricola, με το επιχείρημα ότι η αρμόδια Περιφέρεια Μάρκε δεν είχε καταβάλει τα αναγκαία προς τούτο κεφάλαια. Επιπλέον, η ATC δεν ενημέρωσε την Azienda Agricola ότι η ζητηθείσα αποζημίωση είχε χαρακτήρα de minimis, ούτε της ζήτησε να υποβάλει δήλωση σχετικά με την ενδεχόμενη είσπραξη άλλων de minimis ενισχύσεων κατά το τρέχον και κατά τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη, για αυτό και δεν υποβλήθηκε εντέλει καμία τέτοια δήλωση.
Ο ειρηνοδίκης Jesi έκανε δεκτή αγωγή της Azienda Agricola για την επίμαχη αποζημίωση, ενώ κατόπιν απορρίφθηκε ανακοπή της ATC κατά της απόφασης του ειρηνοδίκη. Εν συνεχεία, το πρωτοδικείο Ανκόνας επικύρωσε την απόφαση, κρίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η Azienda Agricola δεν μπορούσε να θεωρηθεί υποχρεωμένη να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση για τις de minimis ενισχύσεις της, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κανονισμού 1408/2013 για τις de minimis ενισχύσεις στην γεωργία, δεδομένου ότι ο ιταλικός νόμος που ίσχυε κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για αποζημίωση δεν προέβλεπε την υποβολή δήλωσης σχετικά με την ενδεχόμενη είσπραξη άλλων de minimis ενισχύσεων κατά το τρέχον φορολογικό έτος και τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη. Η ATC άσκησε αναίρεση ενώπιον του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, το οποίο απέστειλε στο ΔΕΕ δύο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την επίμαχη υπόθεση.
Σχετικά με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το ΔΕΕ παρατήρησε αρχικά πως, παρότι το άρθρο 6 του Κανονισμού 1408/2013 προβλέπει τη δημιουργία ενός εθνικού κεντρικού μητρώου καταγραφής και παρακολούθησης των de minimis ενισχύσεων, η Ιταλία είχε καταρτίσει τέτοιο μητρώο μόλις την 12η Αυγούστου 2017, δηλαδή μεταγενέστερα από την υποβολή της επίμαχης αίτησης αποζημίωσης. Στη βάση αυτή, το ΔΕΕ σημείωσε πως το νομικό ζήτημα που ανακύπτει είναι, εάν ο ιταλικός νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης μπορεί να θεωρηθεί αντίθετος στα άρθρα 3 και 6 του Κανονισμού 1408/2013, στο μέτρο που δεν προέβλεπε την υποβολή υπεύθυνης δήλωσης σχετικά με τις de minimis ενισχύσεις του δικαιούχου. Στο πλαίσιο αυτό, επεσήμανε ότι, δεδομένου ότι ο Κανονισμός 1408/2013 εισάγει παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα της κοινοποίησης των κρατικών ενισχύσεων, τα άρθρα 3 και 6 πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Παρατήρησε ότι από το γράμμα του άρθρου 3 (1) προκύπτει ότι ο Κανονισμός 1408/2013 εφαρμόζεται, μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται σε αυτόν. Παράλληλα, το άρθρο 6 (3) προβλέπει ότι ένα κράτος μέλος μεριμνά ώστε να μην σημειώνεται υπέρβαση του ανωτάτου ορίου που καθορίζεται στο άρθρο 3 (2) πριν από τη χορήγηση de minimis ενισχύσεως. Επομένως, για όσον χρόνο η λειτουργία του κεντρικού μητρώου του άρθρου 6 (2) δεν καλύπτει περίοδο τριών οικονομικών ετών, η λήψη της δήλωσης του άρθρου 6 (1) συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για τη χορήγηση νέας de minimis ενισχύσεως. Η δήλωση αυτή είναι ουσιώδης, καθόσον παρέχει στο οικείο κράτος μέλος τη δυνατότητα να εξακριβώσει εάν η αιτούμενη ενίσχυση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού. Ενόψει των ανωτέρω, το ΔΕΕ έκρινε ότι ο επίμαχος ιταλικός νόμος είναι αντίθετος στα άρθρα 3 και 6 του Κανονισμού 1408/2013, στο μέτρο που δεν προβλέπει ειδική δήλωση της αιτούσας επιχείρησης σχετικά με το ποσό και τη φύση των λοιπών de minimis κρατικών ενισχύσεων τις οποίες έλαβε κατά το τρέχον φορολογικό έτος και κατά τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη.
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορούσε το εάν τα άρθρα 3 και 6 του Κανονισμού 1408/2013 έχουν την έννοια ότι η προσκόμιση δήλωσης σχετικά με ενισχύσεις, οι οποίες ενδεχομένως ελήφθησαν κατά την τριετία προ της πλήρους και ολοκληρωμένης δημιουργίας κεντρικού μητρώου ενισχύσεων σε εθνικό επίπεδο, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού για την υποβολή της αίτησης ενίσχυσης και για τη χορήγηση της ενίσχυσης ή αν μια τέτοια δήλωση μπορεί να ληφθεί εκ των υστέρων και, ως εκ τούτου, μετά την είσπραξη της ενίσχυσης. Το ΔΕΕ παρατήρησε ότι ο Κανονισμός 1408/2013 δεν περιέχει καμία διαδικαστική απαίτηση ως προς τον τρόπο και την ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να ζητηθεί ή να υποβληθεί η δήλωση. Οι μόνες απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 (1) αφορούν το γεγονός ότι η εν λόγω δήλωση πρέπει να υποβάλλεται «πριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης» και ότι πρέπει να αναφέρει τις ενισχύσεις που έλαβε η οικεία επιχείρηση κατά τη διάρκεια των δύο προηγούμενων οικονομικών ετών και του τρέχοντος φορολογικού έτους. Εντούτοις, οι απαιτήσεις αυτές αφορούν τη δυνατότητα εφαρμογής του καθεστώτος που προβλέπει ο εν λόγω Κανονισμός, αλλά δεν συνιστούν προϋποθέσεις του παραδεκτού για την υποβολή αίτησης για τη χορήγηση ενίσχυσης. Επομένως, μια τέτοια δήλωση μπορεί να υποβληθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας σχετικά με την αίτηση ενίσχυσης, εφόσον η δήλωση αυτή, κατόπιν αίτησης του οικείου κράτους μέλους, λαμβάνεται πριν από τη χορήγηση της ενισχύσεως. Συνεπώς, η υποβολή της δήλωσης δεν αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης για ενίσχυση. Εντούτοις, ελλείψει κεντρικού μητρώου de minimis ενισχύσεων που να καλύπτει περίοδο τριών οικονομικών ετών, η δήλωση αυτή συνιστά προϋπόθεση για τη χορήγηση και, ως εκ τούτου, για την καταβολή ενισχύσεως. Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση η δήλωση είναι αναγκαία πριν και όχι μετά τη χορήγηση της ενίσχυσης. Εξάλλου, μολονότι η διαδικασία αίτησης για τη χορήγηση ενίσχυσης διέπεται κατ’ αρχήν από το εθνικό δίκαιο, βάσει του άρθρου 6 (1) και της αιτιολογικής σκέψης 20 προκύπτει ότι εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος να λάβει την υπεύθυνη δήλωση εφόσον αυτή του είναι αναγκαία για να μπορέσει να εξακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Κανονισμού. Συναφώς, όταν η ενίσχυση δεν έχει χορηγηθεί, ιδίως λόγω της μη υποβολής αίτησης δήλωσης, η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει αναδρομικά μια τέτοια δήλωση προκειμένου να εκτιμήσει εάν η ενίσχυση μπορεί ακόμη να χορηγηθεί.
Δοθέντων των ανωτέρω, το ΔΕΕ έκρινε ότι η προσκόμιση δήλωσης σχετικά με ενισχύσεις οι οποίες ενδεχομένως ελήφθησαν κατά την τριετία προ της πλήρους και ολοκληρωμένης δημιουργίας κεντρικού μητρώου ενισχύσεων σε εθνικό επίπεδο δεν αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού για την υποβολή της αίτησης για ενίσχυση, αλλά η δήλωση αυτή συνιστά προϋπόθεση για τη χορήγηση της ενίσχυσης, οπότε το κράτος μέλος πρέπει να τη λάβει πριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης.



