Κάτω Χώρες/European Gaming and Betting Association & Επιτροπή – Η αξιολόγηση της ύπαρξης έμμεσου πλεονεκτήματος μπορεί να περιλαμβάνει την ανάλυση συνολικά της νομοθεσίας, της οποίας το επίμαχο μέτρο αποτελεί μέρος
Υποχρέωση αξιολόγησης του έμμεσου πλεονεκτήματος – C-59/24 P
Στις Κάτω Χώρες, η διοργάνωση ή προώθηση τυχερών παιγνίων υπόκειται σε προηγούμενη υποχρεωτική αποκλειστική διοικητική αδειοδότηση. Το 2016, η European Gaming and Betting Association, μη κερδοσκοπικό σωματείο, το οποίο έχει ως μέλη ευρωπαϊκές επιχειρήσεις παιγνίων και διαδικτυακών στοιχημάτων, υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή σχετικά με την ύπαρξη παράνομης και μη συμβατής κρατικής ενίσχυσης από τις Κάτω Χώρες προς διάφορες επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονταν δραστηριότητες τυχερών παιγνίων. Η καταγγελία αφορούσε έναν κανόνα γενικής πολιτικής και μια διοικητική απόφαση του 2014 που προέβλεπαν την ανανέωση αδειών τυχερών παιγνίων για ορισμένες επιχειρήσεις, χωρίς καταβολή αμοιβής σε τιμές αγοράς και χωρίς να έχει προηγηθεί ανοιχτή, διαφανής και άνευ διακρίσεων διαδικασία επιλογής. Η Επιτροπή έκρινε ότι η ανανέωση των αδειών τυχερών παιγνίων δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση, καθώς δεν χορηγούσε πλεονέκτημα στους δικαιούχους, ιδίως λόγω του γεγονότος ότι οι κάτοχοι των αδειών όφειλαν να καταβάλλουν μέρος των εσόδων τους υπέρ κοινωφελών οργανισμών (SA.44830/2020).
Το παραπάνω σωματείο άσκησε προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του ΓεΔΕΕ, το οποίο έκρινε ότι η Επιτροπή όφειλε να εξετάσει όχι μόνο το άμεσο, αλλά και τυχόν έμμεσο πλεονέκτημα των κοινωφελών οργανισμών προς τους οποίους διοχετεύεται μέρος των εσόδων των επιχειρήσεων τυχερών παιγνίων. Ως εκ τούτου, ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής, κάνοντας δεκτή την προσφυγή. Οι Κάτω Χώρες άσκησαν την παρούσα αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του ΔΕΕ.
Το ΔΕΕ, αφότου απέρριψε ορισμένα ζητήματα παραδεκτού, εξέτασε την αιτιολογία της απόφασης του ΓεΔΕΕ. Αφού παρέθεσε αναλυτικώς το σκεπτικό της εκκαλούμενης απόφασης, παρατήρησε ότι το ΓεΔΕΕ μολονότι δεν εξέθεσε λεπτομερώς τους λόγους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή όφειλε να αξιολογήσει κατά πόσον το επίμαχο μέτρο χορηγούσε έμμεσο πλεονέκτημα υπέρ των κοινωφελών οργανισμών, ωστόσο προκύπτει σαφώς από την αιτιολογία του ότι βάσει του επίμαχου νομοθετικού πλαισίου προέκυπτε ρητώς μια τέτοια πιθανότητα, και επομένως η Επιτροπή όφειλε να εξετάσει τόσο το ζήτημα του έμμεσου πλεονεκτήματος όσο και εάν οι κοινωφελείς οργανισμοί συνιστούσαν επιχειρήσεις.
Επί του εύρους του ελέγχου στον οποίον προβαίνει η Επιτροπή, το ΔΕΕ συμφώνησε με το ΓεΔΕΕ πως, ακόμη κι όταν η αξιολόγηση της Επιτροπής αφορά καταγγελία και όχι κοινοποίηση, η εξέταση κάθε έμμεσου πλεονεκτήματος έχει σημασία, προκειμένου να προσδιορίζεται εάν υπήρξε ή όχι κρατική ενίσχυση. Εν προκειμένω, η αξιολόγηση αυτή περιλαμβάνει την ανάλυση συνολικά της ολλανδικής νομοθεσίας, της οποίας το επίμαχο μέτρο αποτελεί μέρος, και όχι την αξιολόγηση άλλου νομικά διακριτού πλαισίου που τυχόν είχαν θεσπίσει οι Κάτω Χώρες. Βάσει του νομοθετικού αυτού πλαισίου, η μεταφορά μέρους των εσόδων που προέρχονταν από τη δραστηριότητα των κατόχων αδειών σε κοινωφελείς οργανισμούς που ορίζονταν από τις εν λόγω άδειες αποτελούσε ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της επίμαχης νομοθεσίας, επί του οποίου η Επιτροπή είχε βασιστεί για να διατυπώσει τα συμπεράσματά της. Επομένως, ήταν σκόπιμο να εξεταστεί εάν και οι εν λόγω φορείς έχουν λάβει κρατική ενίσχυση.
Ενόψει των ανωτέρω, το ΔΕΕ απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως.



